Η κατάθλιψη στις διάφορες μορφές της είναι για την σύγχρονη κοινωνία ένα πολύ διαδεδομένο φαινόμενο που προκαλεί μεγάλη αναπηρία και ανικανότητα. Αναπηρία γιατί τα καταθλιπτικά άτομα πολύ συχνά αισθάνονται σαν «ψυχικά ασθενείς» με αποτέλεσμα να αρνούνται να αναζητήσουν βοήθεια στα πρώιμα στάδια της διαταραχής. Ανικανότητα, γιατί με το πέρασμα του χρόνου και χωρίς ουσιαστική βοήθεια κάποιου ειδικού, ενισχύονται μέσα τους συγκεκριμένα γνωστικά, συναισθηματικά, και συμπεριφορικά πρότυπα με αποτέλεσμα να αποκτήσουν μια διαστρεβλωμένη άποψη για τον εαυτό τους, ως άτομα «αδύναμα» και «αποτυχημένα».
Πώς ξεχωρίζει, λοιπόν, κανείς μια φυσιολογική διάθεση από μία παθολογική?
Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι όσο πιο έντονη και παρατεταμένη είναι η συναισθηματική μας διάθεση τόσο η κατάσταση που πάμε να διαγνώσουμε τείνει προς την παθολογική. Δηλαδή, όσο πιο έντονα τα φυτικά συμπτώματα-αϋπνία, ανορεξία, απώλεια της ενεργητικότητας, ελάττωση της σεξουαλικής διάθεσης, ψυχοκινητική επιβράδυνση καθώς και έκπτωση της επαγγελματικής ή κοινωνικής λειτουργικότητας ή και ακόμα διαταραχή της πραγματικότητας ή τάσεις αυτοκτονίας( και όλα αυτά βέβαια σε μια σχεδόν καθημερινή βάση και για διάστημα πάνω από 6 μήνες) τόσο πιο σίγουροι μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για κατάθλιψη και όχι για μελαγχολία.
Το πρώτο βήμα λοιπόν, είναι η διάγνωση ή αλλιώς η πληροφόρηση για αυτό που μας απασχολεί. Έχει παρουσιαστεί από πολλές μελέτες ότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει κάποιος άνθρωπος τείνει να μειώνεται κατά ένα μεγάλο βαθμό από τη στιγμή που συνειδητοποιεί τι είναι αυτό από το οποίο πάσχει.

